
[ΑΡΘΡΟ] Η Ευρώπη να αναζητήσει τις ρίζες της για να έχει μέλλον και στρατηγική αυτονομία
July 22, 2026
[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ] Φαραντούρης: Πανστρατιά με πίστη και ενθουσιασμό σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας για την πολιτική αλλαγή
July 27, 2026Του Νικόλα Φαραντούρη
Από την πρώτη στιγμή που ανέκυψε η υπόθεση της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά έγραψα ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν μια απλή διοικητική ή περιουσιακή διαφορά, αλλά ο κίνδυνος απώλειας της κυριότητας, της αυτοτέλειας και τελικά του αδιατάρακτου χαρακτήρα ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς. Με συνέπειες ευρύτερες: αμιγώς θρησκευτικές, πολιτιστικές αλλά και γεωπολιτικές.
Δυστυχώς, οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι οι ανησυχίες αυτές δεν ήταν υπερβολικές.
Ενώ η ελληνική κυβέρνηση διαβεβαίωνε επί μήνες ότι «όλα βρίσκονται υπό έλεγχο», τα στοιχεία που έρχονται στο φως ενάμισυ χρόνο μετά τις δικαστικές αποφάσεις των Αιγυπτιακών δικαστηρίων για το ιδιοκτησιακό καθεστώα της Μονής, προκαλούν προβληματισμό και μεγαλύτερη ανησυχία
Σύμφωνα με επώνυμες καταγγελίες η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία αναγνωρίζει την κυριότητα της Μονής στο αιγυπτιακό Δημόσιο, περιορίζοντας τη Σιναϊτική Αδελφότητα σε «δικαίωμα κατοχής» και «χρήσης των εγκαταστάσεων». Αν επιβεβαιωθεί η βάση της διαπραγμάτευσης, τότε δεν πρόκειται για έναν συμβιβασμό. Πρόκειται για ουσιαστική απώλεια του συνόλου της ιδιοκτησίας και για ιστορική υποβάθμιση του ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος της Μονής.
Το ζήτημα, όμως, υπερβαίνει κατά πολύ το ιδιοκτησιακό, όπως είχα ανλύση στην ανοικτή επιστολή που απέστειλα στο Συμβολιο Διοίκησης της UΝESCO προ μηνών. Οι ιστορικές Μονές της Μέσης Ανατολής λειτουργούν ως βραχίονες μακροχρόνιας στρατηγικής παρουσίας, προικίζοντας την Ελλάδα με μια διαχρονική παρουσία, ήπια ισχύ και πολιτιστική και διπλωματική επιρροή σε μια περιοχή εξαιρετικής γεωπολιτικής σημασίας. Η προστασία τους δεν αποτελεί μόνο εκκλησιαστική ή πολιτιστική υποχρέωση· αποτελεί στοιχείο της εθνικής στρατηγικής της χώρας στο σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής.
Γι’ αυτό και η αδικαιολόγητος εφησυχασμός που καλλιεργήθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα απ’ την Αθήνα, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αν στο Αιγαίο εγκλωβιστήκαμε στη λογική των «ήρεμων νερών», στο Σινά ελλοχεύει ο κίνδυνος να σκεπαστούμε από τη «ήρεμη άμμο» των τετελεσμένων.
Η κυβέρνηση οφείλει, πρώτον, να ενημερώσει με πλήρη διαφάνεια την ελληνική κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα για το πραγματικό περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Η υπόθεση δεν επιτρέπεται να αποτελεί «μυστικό» αφού αφορά στην εξωτερική πολιτική της χώρας, στη θρησκευτική ελευθερία και στην προστασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Δεύτερον, η Ελλάδα οφείλει να εξαντλήσει κάθε διεθνές νομικό και διπλωματικό μέσο για την προστασία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Μονής, ακόμη και με προσφυγή στα αρμόδια διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Η Ιερά Μονή δεν αποτελεί περιουσία του αιγυπτιακού κράτους ούτε του Υπουργείου Πολιτισμού της Αιγύπτου. Ανήκει ιστορικά και κανονικά στη Σιναϊτική Αδελφότητα, η οποία διατηρεί αδιάλειπτη παρουσία δεκαπέντε αιώνων.
Παράλληλα, πρέπει να προσφύγουμε άμεσα στην UNESCO. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2025, στην επιστολή μου προς το Εκτελεστικό Συμβούλιο της Οργάνωσης, είχα εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την υποψηφιότητα του πρώην Υπουργού Πολιτισμού της Αιγύπτου, Χάλεντ Ελ-Ενανί, για τη θέση του Γενικού Διευθυντή, ακριβώς λόγω της αμφισβήτησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Μονής από τις αιγυπτιακές αρχές. Η Αθήνα επέλεξε τότε να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις και να δώσει την ψήφο της στον Ελ-Ανανί, χωρίς έστω την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων υπέρ της Μονής! Ωστόσο, σήμερα, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, η Αίγυπτος πρέπει επιτέλους να βρεθεί προ των ευθυνών της απέναντι στη διεθνή κοινότητα και στις δεσμεύσεις που απορρέουν από την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Τέλος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι ο ιταλικός Τύπος συνέδεσε την υπόθεση της Μονής με τις ευρύτερες ελληνοαιγυπτιακές συνεννοήσεις στον τομέα της ενέργειας. Οι στρατηγικές ενεργειακές συνεργασίες Ελλάδας και Αιγύπτου είναι σημαντικές και πρέπει να προχωρήσουν. Δεν μπορούν όμως να αφήνουν καμία υπόνοια ότι το ιστορικό και πνευματικό κεφάλαιο του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο τίθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Καμία οικονομική – επιχειρηματική συμφωνία δεν νομιμοποιεί εκπτώσεις στην ιστορία – και εν όψει πολιτικών εξελίξεων, καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να αφήσει πίσω της τετελεσμένα που θα βαρύνουν τις επόμενες γενιές.

